Ο Α.Σαμαράς «θα κάνει αυτό που πρέπει». Δηλαδή, «τόσο, όσο»...

Έχετε καταλάβει τι συμβαίνει στον ΣΥΡΙΖΑ; – Το ζήτημα είναι τι θα γίνει με Δούρου, Παππά και Πολάκη

Δεν είναι υπερβολή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πια ως αυτόνομο πολιτικό κόμμα. Έχει μετατραπεί σε έναν προθάλαμο του Αλέξη Τσίπρα. Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής το Σάββατο ήταν η επίσημη επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας. Χωρίς πραγματική καταμέτρηση, χωρίς διαφάνεια, με την κλασική μέθοδο «παλιά μου τέχνη κόσκινο», εγκρίθηκε η εισήγηση Φάμελλου που μετατρέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σε οργανισμό αναμονής. Ένα κόμμα σε αναμονή, που περιμένει να αποφασίσει ο Τσίπρας ποιους θα «ξεπαγώσει» και ποιους θα καλέσει στην ΕΛΑΣ. Το πραγματικό ζήτημα: Οι «ανεπιθύμητοι» Πίσω από τις γενικόλογες ανακοινώσεις περί «συντροφικής προσέγγισης» κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: Ο Αλέξης Τσίπρας δεν θέλει σε καμία περίπτωση τους Νίκο Παππά, Παύλο Πολάκη και Ρένα Δούρου στο νέο του σχήμα. Ιδιαίτερα για τη Ρένα Δούρου, οι πληροφορίες είναι σαφείς: Ο Τσίπρας δεν θέλει ούτε να την βλέπει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους δύο, που θεωρούνται «βαρίδια» από το επιτελείο της ΕΛΑΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε τηλέφωνο δεν έχει πέσει. Αυτό που συνέβη το Σάββατο είναι ιστορικό: Ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα για σχεδόν πέντε χρόνια αποφάσισε ουσιαστικά να μπει σε αναστολή λειτουργίας μέχρι να αποφασίσει ο αρχηγός του άλλου κόμματος (της ΕΛΑΣ) ποιους από τους παλιούς συντρόφους του θα πάρει μαζί του. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι κανονικό πολιτικό κόμμα. Έγινε μια δεξαμενή στελεχών σε αναμονή. Ένα μεταβατικό στάδιο. Και το πιο εντυπωσιακό; Όσοι τολμούν να το πουν αυτό δημοσίως κατηγορούνται για «διασπαστικές ενέργειες». Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΕΛΑΣ. Το ερώτημα είναι ποιους θα πάρει μαζί του ο Τσίπρας και ποιους θα αφήσει πίσω.  

Η αδύναμη εικόνα Ανδρουλάκη ως υποψήφιου πρωθυπουργού προβληματίζει έντονα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ

Ένα ζήτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο στελέχη και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ είναι η εικόνα του Νίκου Ανδρουλάκη ως υποψήφιου πρωθυπουργού. Και οι δημοσκοπήσεις το επιβεβαιώνουν με τρόπο αρκετά σαφή. Στις περισσότερες μετρήσεις, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται σημαντικά πιο κάτω από τον Αλέξη Τσίπρα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κινείται στα ίδια – ή και χαμηλότερα – ποσοστά με τη Μαρία Καρυστιανού. Ειδικά στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc, μόνο ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ τον θεωρεί καταλληλότερο για τη θέση του πρωθυπουργού. Δεν είναι μόνο ο Δούκας Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον Χάρη Δούκα, όπως πολλοί βιάστηκαν να πουν. Σύμφωνα με πληροφορίες, αρκετά στελέχη του κόμματος – και όχι μόνο από την πλευρά του Δημάρχου Αθηναίων – έχουν επισημάνει εσωτερικά αυτή την αδυναμία. Το παρατηρούν, το συζητούν και αναρωτιούνται πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί, είτε άμεσα είτε μεσοπρόθεσμα. Δημόσια, η μόνη που το έχει θέσει ανοιχτά μέχρι στιγμής είναι η Άννα Διαμαντοπούλου, σε τηλεοπτική της εμφάνιση. Οι υπόλοιποι προτιμούν να το συζητούν «εντός των τειχών», αλλά η συζήτηση έχει ξεκινήσει. Το κεντρικό πρόβλημα Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει ένα κλασικό πρόβλημα αρχηγικής εικόνας: Ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί να είναι αποδεκτός ως πρόεδρος κόμματος, αλλά η εικόνα του ως δυναμικού, πειστικού και νικηφόρου υποψήφιου πρωθυπουργού δεν έχει παγιωθεί στο ευρύτερο εκλογικό σώμα. Αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές όταν συγκρίνεται με τον Τσίπρα, ο οποίος, παρότι πολωτικός, διατηρεί ισχυρή αναγνωρισιμότητα και «πρωθυπουργική» εικόνα σε μεγάλο μέρος του προοδευτικού χώρου. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά Αυτή η αδυναμία περιορίζει σημαντικά τις στρατηγικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ. Δυσκολεύει: Την αυτόνομη διεκδίκηση της πρωτιάς Την αποτελεσματική διαπραγμάτευση σε περίπτωση μετεκλογικών συνεργασιών Την προσέλκυση ψηφοφόρων από άλλους χώρους Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Αν δεν αντιμετωπίσει το ζήτημα της ηγετικής του εικόνας, κινδυνεύει να παραμείνει «κόμμα διαμαρτυρίας» ή «κόμμα συμπλήρωμα», αντί να διεκδικήσει ρόλο πρωταγωνιστή στο προοδευτικό κέντρο. Το ερώτημα που πλέον τίθεται εσωτερικά, έστω και ψιθυριστά, είναι σαφές: Μπορεί ο Νίκος Ανδρουλάκης να ανατρέψει αυτή την εικόνα μέχρι τις εκλογές, ή το κόμμα πρέπει να σκεφτεί διαφορετικά σενάρια για το μέλλον;

Στο ΠΑΣΟΚ φοβούνται πως αν δεν… εξελιχθούν έρχεται το «τέλος» τους

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση βαθιάς εσωτερικής αμηχανίας. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, που το δείχνουν να παλεύει για την τρίτη θέση με την «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού και πίσω από την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα έντονου προβληματισμού στη Χαριλάου Τρικούπη. Και αντί να ανοίξει μια ειλικρινής συζήτηση για στρατηγική, ο Νίκος Ανδρουλάκης φαίνεται να κλείνει πόρτες με τρόπο που προκαλεί περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Οι ασαφείς «κόκκινες γραμμές» Όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι «δεν μπορούν να προκύψουν κυβερνήσεις μειοψηφίας» επειδή δεν το επιτρέπει ο εκλογικός νόμος, προκαλεί εύλογη απορία. Κανείς δεν μίλησε για κυβέρνηση μειοψηφίας. Η συζήτηση που γίνεται αφορά κοινή εκλογική κάθοδο ή μετεκλογική συνεργασία με στόχο την πρωτιά, ώστε να διεκδικηθεί το μπόνους των 50 εδρών.Αντί να ανοίξει διάλογο για το πώς μπορεί το ΠΑΣΟΚ να μεγιστοποιήσει την επιρροή του, ο Ανδρουλάκης φαίνεται να προτάσσει κόκκινες γραμμές που κανείς δεν κατάλαβε πλήρως τι ακριβώς σημαίνουν. Το «σχέδιο ρευστοποίησης» προς Τσίπρα Ακόμα πιο προβληματική είναι η αναφορά του σε «σχέδια ρευστοποίησης του ΠΑΣΟΚ στην ΕΛΑΣ». Τι ακριβώς εννοεί; Ότι οποιαδήποτε συνεργασία με τον Τσίπρα θα οδηγήσει αυτόματα σε απορρόφηση του ΠΑΣΟΚ; Από πότε μια εκλογική ή μετεκλογική συνεργασία δύο κομμάτων ισοδυναμεί με διάλυση του ενός; Αυτή η ρητορική δείχνει περισσότερο φόβο παρά στρατηγική. Φόβο ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα απέναντι στον Τσίπρα και ότι οποιαδήποτε προσέγγιση θα είναι σε θέση αδυναμίας. Το δίλημμα του Ανδρουλάκη Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει δύο δρόμους μπροστά του: Να προχωρήσει αυτόνομα, με την ελπίδα ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί πρώτο κόμμα ή τουλάχιστον ισχυρός τρίτος πόλος. Μια επιλογή δύσκολη, αλλά πολιτικά καθαρή. Να ανοίξει διάλογο για συνεργασίες (προεκλογικές ή μετεκλογικές), διεκδικώντας ρόλο ρυθμιστή και μεγαλύτερη επιρροή. Αυτή τη στιγμή φαίνεται να μην κάνει καθαρά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και αυτό είναι που δημιουργεί το αίσθημα αδιεξόδου στο εσωτερικό του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια το μεγάλο κόμμα του 40%. Είναι ένα μεσαίο κόμμα που πρέπει να παίξει έξυπνα σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Ο φόβος του Τσίπρα και η άρνηση οποιουδήποτε διαλόγου δεν φαίνεται να αποτελούν την πιο παραγωγική στρατηγική.

Περί δημοσκοπήσεων: Άγνωστοι «Χ» που μπορεί να ανατρέψουν τα πάντα τα κόμματα Καρυστιανού και Σαμαρά

Οι νέες δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται το τελευταίο διάστημα επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί πολιτικοί αναλυτές υποψιάζονταν εδώ και καιρό: Η συνολική εικόνα του πολιτικού συστήματος παραμένει ουσιαστικά ίδια με αυτή που διαμορφώθηκε στις ευρωεκλογές του 2024. Η Νέα Δημοκρατία κινείται σταθερά γύρω στο 28-29%, πολύ κοντά στο ποσοστό που πήρε στις ευρωεκλογές. Δεν έχει καταφέρει να ανακάμψει σημαντικά, αλλά ούτε και να καταρρεύσει. Αντέχει, αλλά η μεγάλη δοκιμασία της είναι η πιθανή κάθοδος του Αντώνη Σαμαρά. Εκεί θα φανεί αν διαθέτει πραγματικές άμυνες στον πατριωτικό και συντηρητικό χώρο. Τσίπρας και ΕΛΑΣ: Επιστροφή στο 15% Ο χώρος του παλιού ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σταθερός στο ~15%. Απλώς άλλαξε όνομα και ηγέτη. Ο Αλέξης Τσίπρας με την ΕΛΑΣ έχει επαναφέρει το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού του σώματος (75-80% όσων τον ψήφισαν το 2023). Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συνθλιβεί, ενώ μικρό μόνο κομμάτι έχει σκορπίσει σε άλλους σχηματισμούς. ΠΑΣΟΚ: Σταθερό αλλά χωρίς δυναμική Το ΠΑΣΟΚ κινείται ακριβώς στα ίδια επίπεδα με τις ευρωεκλογές του 2024. Δεν κατάφερε ποτέ να παγιωθεί ψηλότερα, ούτε να κεφαλαιοποιήσει με σταθερότητα την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Το στοίχημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη είναι πλέον καθαρά αμυντικό: Να διατηρήσει το ποσοστό του σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού. Η Μαρία Καρυστιανού ως «άγνωστος Χ» Η μεγαλύτερη μεταβλητή παραμένει η Μαρία Καρυστιανού και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Σε αρκετές δημοσκοπήσεις εμφανίζεται ήδη πάνω από το ΠΑΣΟΚ, εκφράζοντας με μεγαλύτερη σοβαρότητα και προσοχή τον αντισυστημικό και δυσαρεστημένο ψηφοφόρο. Τα γκάλοπ δείχνουν με σαφήνεια ότι η πολιτική εικόνα που διαμορφώθηκε μετά τις ευρωεκλογές του 2024 δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Το μόνο που μπορεί να την αλλάξει δραστικά είναι η είσοδος του Αντώνη Σαμαρά ή μια απότομη κλιμάκωση της οικονομικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας. 

Κ.Μητσοτάκης: Θέλει (έτσι λέει) εκλογές άνοιξη 2027 – «Μίνι» ανασχηματισμός με Μαρινάκη στα Μεταφορών

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πάρει τις αποφάσεις του για τα δύο κρίσιμα ζητούμενα που απασχολούν το τελευταίο διάστημα το Μέγαρο Μαξίμου: τον χρόνο των εκλογών και τον μικρό ανασχηματισμό. 1. Εκλογές την άνοιξη του 2027 Σύμφωνα με πληροφορίες από πολύ κοντινές πηγές, ο Πρωθυπουργός έχει καταλήξει ότι οι εκλογές θα γίνουν Μάρτιο ή Απρίλιο του 2027. Παρότι κάποια στελέχη πιέζουν για πρόωρες κάλπες, ο Μητσοτάκης θεωρεί ότι αυτή η χρονική συγκυρία εξυπηρετεί καλύτερα τη ΝΔ, δίνοντας χρόνο να ολοκληρωθούν σημαντικά projects (σιδηρόδρομος, μεταρρυθμίσεις) και να απορροφηθούν οι όποιες απώλειες από την πίεση Σαμαρά και Τσίπρα. 2. Ο ανασχηματισμός – Κυρανάκης Γραμματέας, Μαρινάκης στα Μεταφορών Στο κυβερνητικό και κομματικό επίπεδο, ο Μητσοτάκης προχώρησε στην επιλογή που είχε προαναγγελθεί: Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης θα είναι ο νέος Γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ. Παράλληλα, ισχυροποιείται το σενάριο μετακίνησης του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στο Υπουργείο Μεταφορών. Η κίνηση αυτή δείχνει ότι ο Πρωθυπουργός δεν θέλει σε καμία περίπτωση να πέσουν οι ρυθμοί στο κρίσιμο αυτό υπουργείο, όπου η ολοκλήρωση της τηλεδιοίκησης και η γενικότερη αναβάθμιση των μεταφορών αποτελούν βασική προτεραιότητα για την επόμενη διετία. Το μεγάλο ερώτημα: Ποιος θα είναι ο νέος Κυβερνητικός Εκπρόσωπος; Ενώ η μετακίνηση Μαρινάκη στα Μεταφορών κλείνει, παραμένει ανοιχτό το ποιος θα τον διαδεχθεί στο Μαξίμου. Τα ονόματα που ακούγονται είναι αρκετά, αλλά ακόμη δεν έχει υπάρξει τελική απόφαση. Ο Μητσοτάκης φέρεται να θέλει ένα πρόσωπο με ισχυρή επικοινωνιακή παρουσία, πολιτική εμπειρία και απόλυτη εμπιστοσύνη.  

Αντέχει η Ελλάδα την δημιουργία data centers; – Πόσο σοφό είναι να γίνουν σε μία χώρα που έχει έλλειψη νερού;

Η Ελλάδα ετοιμάζεται να μετατραπεί σε «ηλεκτρικό πάρκινγκ» για μεγάλους τεχνολογικούς κολοσσούς, με την κυβέρνηση να προωθεί μαζικά την εγκατάσταση data centers σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το ερώτημα όμως είναι απλό και κρίσιμο: Μπορεί η χώρα μας να αντέξει αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, σε μια εποχή που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λειψυδρίας, ενεργειακής επάρκειας και κλιματικής κρίσης; Το πραγματικό κόστος Κάθε μεγάλο data center καταναλώνει ενέργεια ισοδύναμη με αυτή χιλιάδων νοικοκυριών συνεχώς, ενώ για την ψύξη των servers χρειάζεται δεκάδες εκατομμύρια λίτρα νερό κάθε χρόνο. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το καλοκαίρι το νερό γίνεται πολυτέλεια σε πολλές περιοχές, η μαζική εγκατάσταση τέτοιων κέντρων μοιάζει τουλάχιστον παράλογη. Παράλληλα, οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι ελάχιστες σε σχέση με το περιβαλλοντικό και ενεργειακό αποτύπωμα. Σε πολλές περιπτώσεις μιλάμε για λίγες δεκάδες εξειδικευμένες θέσεις, ενώ το κόστος για την κοινωνία (νερό, ρεύμα, θερμική ρύπανση) είναι δυσανάλογα μεγάλο. Πολιτική επιλογή με περιβαλλοντικό τίμημα Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα data centers ως «επενδύσεις του μέλλοντος» και «ψηφιακή ανάπτυξη». Ωστόσο, στην πραγματικότητα μετατρέπουμε περιοχές της χώρας σε βιομηχανικές ζώνες ψηφιακής αποθήκευσης για ξένους κολοσσούς (Microsoft, Google, Amazon κ.ά.), χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συζήτηση για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Σε μια χώρα που ήδη παλεύει με λειψυδρία, δασικές πυρκαγιές και υψηλές θερμοκρασίες, η απόφαση να προσελκύσουμε δραστηριότητες που «πιάνουν» τεράστιες ποσότητες νερού και ρεύματος εγείρει σοβαρά ερωτήματα περιβαλλοντικής και οικονομικής λογικής. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί Μήπως θυσιάζουμε πεπερασμένους φυσικούς πόρους (νερό, γη, ενέργεια) για λίγες θέσεις εργασίας και ακόμα λιγότερα φορολογικά έσοδα; Υπάρχει συνολικός σχεδιασμός ή απλώς κυνηγάμε κάθε ξένη επένδυση χωρίς κριτήρια; Είναι βιώσιμο να μετατρέπουμε την Ελλάδα σε «server farm» της Ευρώπης, ενώ οι πολίτες καλούνται να περιορίσουν κατανάλωση νερού και ρεύματος; Η δημιουργία data centers δεν είναι από μόνη της αρνητική. Όμως στην περίπτωση της Ελλάδας, που ήδη αντιμετωπίζει έντονα περιβαλλοντικά και κλιματικά προβλήματα, η μαζική τους ανάπτυξη χωρίς αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους και πραγματική ανταποδοτικότητα στην κοινωνία, κινδυνεύει να αποδειχθεί μια ακόμα λανθασμένη επιλογή με μακροπρόθεσμο κόστος. Το ερώτημα δεν είναι αν «θέλουμε» data centers. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να τα αντέξει χωρίς να θυσιάσει το νερό, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των πολιτών της.