Πού έχει κολλήσει ο «θόλος»; Στο ότι θα πάνε πολλοί φυλακή αν (όταν) αλλάξει η κυβέρνηση...

«Χαρούμενη» η Jumbo με τον δασμό των 3 ευρώ ανά αποστολή πακέτων από ηλεκτρονικές πλατφόρμες

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καταργήσει το προνομιακό καθεστώς για τα μικροδέματα χαμηλής αξίας από τρίτες χώρες και να επιβάλει ενιαία χρέωση 3 ευρώ ανά αποστολή, διαβάζεται θετικά στον χώρο της ελληνικής λιανικής πώλησης. Και λογικό είναι αυτό αφού καθιστά τους καταναλωτές έρμαιο των ακριβών τιμών των επιχειρηματιών. Το μέτρο, που τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιουλίου, στοχεύει κυρίως τις μεγάλες κινεζικές πλατφόρμες όπως Temu και Shein, οι οποίες έχουν χτίσει μεγάλο μέρος της ανάπτυξής τους πάνω στις απευθείας, σχεδόν ατελείωτες αποστολές μικρών πακέτων χωρίς τελωνειακή επιβάρυνση. Για επιχειρήσεις όπως η Jumbo του Απόστολου Βακάκη, η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντικό βήμα προς την αποκατάσταση πιο δίκαιων όρων ανταγωνισμού. Οι ελληνικές εταιρείες λιανικής λειτουργούν με φυσικά καταστήματα, αποθήκες, εργαζόμενους, υψηλές φορολογικές υποχρεώσεις και πλήρη τελωνειακή συμμόρφωση, ενώ οι πλατφόρμες του εξωτερικού απολάμβαναν μέχρι σήμερα ένα καθεστώς που τους επέτρεπε να προσφέρουν εξαιρετικά χαμηλές τιμές χωρίς τα αντίστοιχα βάρη. Το προηγούμενο καθεστώς απαλλαγής δασμών για πακέτα μέχρι 150 ευρώ είχε οδηγήσει σε εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών μικροδεμάτων, με αποτέλεσμα να πιέζεται ασφυκτικά η εγχώρια αγορά. Οι πλατφόρμες Temu και Shein, μεταξύ άλλων, κατάφεραν να προσελκύσουν μεγάλο μέρος των καταναλωτών ακριβώς χάρη σε αυτή την τελωνειακή «τρύπα», προσφέροντας προϊόντα σε τιμές που συχνά ήταν ασύμφορες για τις παραδοσιακές ελληνικές επιχειρήσεις. Το μέτρο δεν καταργεί εντελώς τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, αλλά τις φέρνει σε πιο ισορροπημένη σχέση με τις τοπικές επιχειρήσεις, οι οποίες πληρώνουν κανονικά ΦΠΑ, εισφορές και λειτουργικά κόστη. Στελέχη της ελληνικής λιανικής εκτιμούν ότι η αλλαγή θα ενισχύσει τις πωλήσεις σε φυσικά καταστήματα και σε πλατφόρμες που λειτουργούν νόμιμα εντός ΕΕ. Η Jumbo, με το εκτεταμένο δίκτυο καταστημάτων της και την έμφαση σε ανταγωνιστικές τιμές, θεωρείται από τους κερδισμένους της νέας πραγματικότητας, καθώς μειώνεται το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των low-cost κινεζικών πλατφορμών.  

Οργισμένος ο Κ.Μητσοτάκης με πρώην στενό του συνεργάτη

Ο Βασίλης Φεύγας βρήκε την ευκαιρία μέσω ραδιοφωνικών εμφανίσεων να εκφράσει δημόσια τον «πόνο» του για την επιστολή που απέστειλε στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ζητώντας του να πάρει πίσω τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και να ανακαλέσει τη διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά. Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, η αντίδραση του πρωθυπουργού ήταν σφοδρή και η ενέργεια του παλαιόθεν στενού του συνεργάτη θεωρείται στο Μαξίμου ως ένα αναπάντεχο εσωτερικό «καρφί» εν όψει εκλογών. Ο Φεύγας, επέλεξε να δημοσιοποιήσει τη διαφωνία του σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την κυβέρνηση. Στην επιστολή του ζητούσε ρητά την ανατροπή δύο κεντρικών πολιτικών επιλογών της ηγεσίας: Tον γάμο των ομόφυλων και την αποπομπή Σαμαρά από το κόμμα. Η κίνηση αυτή, αν και παρουσιάστηκε ως «έκφραση συνείδησης», προκάλεσε έντονο εκνευρισμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Πηγές κοντά στην ηγεσία της ΝΔ περιγράφουν τον Μητσοτάκη ως «πυρ και μανία» με τον παλιό του συνεργάτη. Η επιστολή θεωρήθηκε όχι μόνο ως αμφισβήτηση πολιτικής γραμμής, αλλά και ως κίνηση που υπονομεύει την ενότητα του κόμματος σε μια περίοδο που η ΝΔ προσπαθεί να ελέγξει τις διαρροές προς τα δεξιά, εν όψει της πιθανής κάθοδος Σαμαρά με νέο σχήμα. Το επεισόδιο αυτό δεν βοηθά καθόλου τον Βασίλη Φεύγα στην προσπάθειά του να εκλεγεί στην Αιτωλοακαρνανία. Στελέχη της τοπικής οργάνωσης εκτιμούν ότι η κίνηση Φεύγα δυσκολεύει την ήδη απαιτητική εκλογική του μάχη, καθώς δημιουργεί εικόνα διάσπασης και αποστασιοποίησης από την κεντρική γραμμή του κόμματος.  

Δημοσκοπήσεις: Πώς το κόμμα Σαμαρά αλλάζει αρνητικά τους συσχετισμούς για την ΝΔ

Η πιθανή εμφάνιση του Αντώνη Σαμαρά με νέο κόμμα εκτιμάται ότι θα πλήξει και τα κόμματα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και την ίδια την ΝΔ. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της πρόσφατης μέτρησης της Alco, που επιχειρεί να αποτυπώσει τις μετακινήσεις ψηφοφόρων σε ένα ενδεχόμενο σενάριο εισόδου του πρώην πρωθυπουργού στην εκλογική αρένα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δημοσκόπησης, σχεδόν ένας στους τρεις νυν ψηφοφόρους του Κυριάκου Βελόπουλου δηλώνει πρόθεση να στραφεί προς τον Σαμαρά. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η Ελληνική Λύση κινδυνεύει να επιστρέψει στα ποσοστά του 2023, χάνοντας σημαντικό μέρος της βάσης της προς τα δεξιά. Η μετακίνηση αυτή δεν είναι έκπληξη, καθώς ο Σαμαράς απευθύνεται σε ένα παραδοσιακό, συντηρητικό κοινό που μπορεί να ταυτίζεται περισσότερο με την πολιτική του ταυτότητα παρά με την πιο «λαϊκιστική» προσέγγιση της Ελληνικής Λύσης. Παρόμοια τάση, αν και σε μικρότερη κλίμακα, καταγράφεται και προς την κατεύθυνση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού. Περίπου ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους της δηλώνει ότι θα στραφεί στον Σαμαρά, με αποτέλεσμα το κόμμα να κινδυνεύει να πέσει σε «σκληρά» μονοψήφια ποσοστά. Η μετακίνηση αυτή ενισχύει την εικόνα ενός κατακερματισμένου δεξιού χώρου, όπου νέες ή ανανεωμένες υποψηφιότητες αποσπούν ψήφους από υπάρχοντα σχήματα. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να υφίσταται και αυτή άμεση απώλεια. Η μέτρηση δείχνει ότι από το 24% που καταγράφει η ΝΔ στην εν λόγω έρευνα, περίπου 3% δηλώνει ότι θα στραφεί προς τον Σαμαρά. Ωστόσο, η έμμεση ζημιά μπορεί να είναι μεγαλύτερη. Η παρουσία Σαμαρά μπορεί να «φράξει» τον δρόμο σε αναποφάσιστους ή δυσαρεστημένους δεξιούς ψηφοφόρους που σκέφτονταν να επιστρέψουν στη ΝΔ. Για τη ΝΔ, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η άμεση απώλεια ψήφων, αλλά και η δυσκολία ανάκτησης χαμένων εδαφών από το κέντρο και τη δεξιά. Αν ο Σαμαράς καταφέρει να προσελκύσει δυσαρεστημένους συντηρητικούς ψηφοφόρους, η κυβέρνηση μπορεί να δυσκολευτεί να κλείσει τις «τρύπες» της προς τα δεξιά.  

Οι παράδοξες μετρήσεις των δημοσκοπήσεων: Θέλουν πρωθυπουργό τον Τσίπρα αλλά δεν ψηφίζουν την ΕΛΑΣ!

Μια πρόσφατη δημοσκόπηση έδειξε ότι ενώ η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα καταγράφεται λίγο πάνω από το 16% στην εκτίμηση ψήφου (και λίγο κάτω από το 15% στην πρόθεση ψήφου), το 24,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον ίδιο τον Τσίπρα για τη θέση του πρωθυπουργού. Δηλαδή οι πολίτες θεωρούν έναν πολιτικό αρχηγό κατάλληλο ή εμπιστοσύνης για την πρωθυπουργία, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται άμεσα σε υψηλότερα ποσοστά για το κόμμα του. Στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται με σημαντικά υψηλότερα ποσοστά προσωπικής αποδοχής και εμπιστοσύνης σε σχέση με την ΕΛ.Α.Σ. ως σύνολο. Συχνά, η προσωπικότητα του ηγέτη λειτουργεί ως «μαγνήτης» για ψηφοφόρους που μπορεί να διστάζουν να στηρίξουν το ευρύτερο κομματικό σχήμα. Στην περίπτωση της ΕΛ.Α.Σ., το χάσμα γίνεται ακόμα πιο εμφανές. Η πρόθεση ψήφου για το κόμμα κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από την εμπιστοσύνη στον αρχηγό του. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών «ξεχωρίζει» τον Τσίπρα από το κόμμα του, θεωρώντας τον ίδιο ικανό ηγέτη, αλλά διστάζοντας για το ευρύτερο πολιτικό σχήμα που τον περιβάλλει. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα «μαλακό» στρώμα υποστήριξης προς τον Τσίπρα προσωπικά, το οποίο δεν μετατρέπεται αυτόματα σε σταθερή ψήφο για το κόμμα. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες: Αμφιβολίες για την ικανότητα του κόμματος να κυβερνήσει αποτελεσματικά, φόβος για εσωτερικές συγκρούσεις, ή ακόμα και η ανάμνηση της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ. Πάντως δικαιολογεί και την επιλογή Τσίπρα να διαλύσει ουσιαστικά τον ΣΥΡΙΖΑ και να φτιάξει δικό του κόμμα.

Οι υπουργοί στο «κυνήγι» των ψήφων και το καθημερινό κυβερνητικό έργο περνάει σε δεύτερη μοίρα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πείσει μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης πως δεν πρόκειται να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο. Αντίθετα, ο Πρωθυπουργός φέρεται να επιδιώκει –και πιθανότατα να καταφέρει– να οδηγήσει τη χώρα σε κάλπες τον Μάρτιο του 2027. Ιούνιο δεν μπορεί καθώς η χώρα αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ και θα πρέπει να έχει «φρέσκια» κυβέρνηση. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, φέρνει στην επιφάνεια ένα παράδοξο κόστος: Η υπερβολική εκλογολογία των προηγούμενων εβδομάδων έχει αποσπάσει την προσοχή υπουργών, κυβερνητικών στελεχών και παραγόντων από τα καθημερινά τους καθήκοντα. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι χαρακτηριστική μιας κυβέρνησης σε προεκλογική ετοιμότητα, χωρίς όμως να έχουν ανακοινωθεί εκλογές. Υπουργοί και στελέχη που φιλοδοξούν να εκλεγούν ή να στηρίξουν υποψηφίους έχουν στρέψει μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους στην προετοιμασία των ψηφοδελτίων, στις επαφές με τοπικούς παράγοντες και στην ανάπτυξη προεκλογικής στρατηγικής. Το αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση του καθημερινού κυβερνητικού έργου: Ζητήματα οικονομίας, υγείας, παιδείας και υποδομών που απαιτούν άμεση προσοχή μένουν σε δεύτερη μοίρα ή προχωρούν με χαμηλούς ρυθμούς. Η υπερβολική εκλογολογία, που κορυφώθηκε τις τελευταίες εβδομάδες, έχει δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα αναμονής και αβεβαιότητας, που επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο σε προεκλογικές περιόδους, αλλά η παρατεταμένη αβεβαιότητα για την ημερομηνία των εκλογών το εντείνει. Στελέχη που «κυνηγούν» θέσεις στα ψηφοδέλτια εγκαταλείπουν προσωρινά ή μειώνουν την ενασχόλησή τους με τα υπουργικά τους καθήκοντα, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις σε μεταρρυθμίσεις, διαχείριση κρίσεων και καθημερινά ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιμένει ότι το έργο συνεχίζεται κανονικά και ότι η χώρα πορεύεται με σταθερότητα μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας. Ωστόσο, η πραγματικότητα που περιγράφουν παρατηρητές και στελέχη δείχνει μια «παγωμένη» διοίκηση, όπου η προεκλογική λογική κυριαρχεί. Η εκλογολογία μπορεί να ενισχύει πολιτικές στρατηγικές, αλλά έχει σαφές κόστος στη διακυβέρνηση. 

Αυτό που η κυβέρνηση θεωρεί πως οι επιχειρηματίες θα μειώσουν από μόνοι τους τις τιμές το λες και ανέκδοτο

Η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει ότι οι επιχειρηματίες θα μειώσουν από μόνοι τους τις τιμές, μετά την απόφαση να μην παραταθεί το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Αν αυτό δεν είναι ανέκδοτο, τότε τι είναι; Μετά τη σύσκεψη στο Μαξίμου για την ακρίβεια, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος δήλωσε ότι δεν θα παραταθεί το πλαφόν, ενώ τόνισε τη «δέσμευση» της επιχειρηματικότητας να διατηρήσει μειωμένες τιμές για το επόμενο δίμηνο. Μια δέσμευση που ακούγεται περισσότερο ως ευχή παρά ως πραγματική εγγύηση. Η πραγματικότητα είναι σκληρή για τα νοικοκυριά. Η ακρίβεια συνεχίζει να πλήττει καθημερινά την τσέπη των πολιτών. Με άλλα λόγια, εναποθέτει την ελπίδα για αποκλιμάκωση των τιμών στην «καλή θέληση» των επιχειρηματιών. στορικά, τέτοιες «δεσμεύσεις» ποτέ δεν τηρήθηκαν. Η εμπειρία δείχνει ότι οι τιμές συνήθως κινούνται ανοδικά ή παραμένουν σταθερές σε υψηλά επίπεδα, ανάλογα με τη ζήτηση και το κόστος. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την απόφαση ως «ρεαλιστική προσέγγιση», αλλά στην ουσία πρόκειται για μια ακόμα υποχώρηση απέναντι στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Ενώ τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, το Μαξίμου φαίνεται να ελπίζει σε ένα «θαύμα αυτοσυγκράτησης» από την πλευρά της αγοράς. Το ανέκδοτο είναι προφανές: Η κυβέρνηση που διαφημίζει την ανάπτυξη και την «ισχυρή οικονομία» αφήνει την ακρίβεια να καλπάζει, βασιζόμενη σε ευχές αντί για πολιτικές αποφάσεις.  Όμως όπως πολλές φορές έχουμε σημειώσει η ακρίβεια βολεύει την κυβέρνηση. Βγάζει εύκολα πλεονάσματα και γεμίζει τα κρατικά ταμεία λόγω αυξημένου ΦΠΑ και ΕΦΚ.